ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΙΣΥΦΟΥΣ – ΟΛΗ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ…ΑΠΕΙΡΟΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ…ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΑΣΠΑΛΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕ ΧΡΥΣΟΣΚΟΝΗ ΚΑΙ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ….ΚΑΙ, ΣΑΝ ΣΚΟΝΗ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΜΠΑΝ…

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ

Από την Μαρία Αντωνίου

 

Σε όλους τους Σίσυφους….

Ο μύθος.

Ο Σίσυφος ήταν ο ιδρυτής και βασιλιάς της αρχαίας Εφύρας.
Όταν η Αίγινα , η κόρη του ποταμού Ασώπου, αποπλανήθηκε από το Δία, ο Ασωπός ζήτησε από το Σίσυφο να του πει τι γνωρίζει. Ο Σίσυφος συμφώνησε και ο Ασωπός του υποσχέθηκε μια πηγή με νερό που θα αναβλύζει χωρίς σταματημό από την πόλη του.
Ο Σίσυφος , που γνώριζε πολλά για την υπόθεση, τα είπε στον Ασωπό και αυτός καταδίωξε το Δία. Ο Δίας γλίτωσε και αποφάσισε να τιμωρήσει το Σίσυφο,στέλνοντας τον στον Άδη.
Ο Σίσυφος, όμως, χρησιμοποιώντας την εξυπνάδα και την πονηριά του , κατάφερε να φυλακίσει τον Άδη και να το σκάσει από τον Κάτω Κόσμο. Έτσι, ο Άδης αδυνατούσε να πάρει τις ψυχές των θανάσιμα τραυματισμένων ανθρώπων και ζώων, καθότι ήταν φυλακισμένος, και ο κόσμος γέμιζε σιγά-σιγά από τραυματισμένα, ακρωτηριασμένα και ανήμπορα έμψυχα όντα. Αναστατωμένοι οι Θεοί έστειλαν το Θεό Άρη να ελευθερώσει τον Άδη και ξαναέστειλαν το Σίσυφο στον Κάτω Κόσμο.
Ο Σίσυφος όμως είχε προνοήσει. Πρόλαβε και είπε στη γυναίκα του να μη θάψει το σώμα του. Έτσι ζήτησε από τον Άδη τρεις μέρες για να επιστρέψει στη γη και να φροντίσει το ζήτημα. Ο Άδης δέχτηκε το αίτημα του Σίσυφου και τον άφησε να φύγει. Ο Σίσυφος όμως δεν επέστρεψε και αυτή τη φορά οι Θεοί έστειλαν τον Ερμή για να τον ξαναπάει στον Άδη.
Ο Σίσυφος τιμωρήθηκε για όλη αυτή του τη συμπεριφορά. Οι «κριτές των νεκρών» του έβαλαν ως αιώνιο βασανιστήριο να κουβαλάει ένα τεράστιο βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Κάθε φορά όμως που πλησίαζε στην κορυφή , ο βράχος κυλούσε πίσω.
Το έγκλημα του Σίσυφου ήταν ότι μπόρεσε να νικήσει το θάνατο, ανατρέποντας τη φυσική τάξη και κατορθώνοντας να κάνει πραγματικότητα το πιο ουτοπικό όνειρο της ανθρωπότητας. Έτσι ο «πολύ σοφός» Σίσυφος λέγεται πως ακόμα σπρώχνει εκείνο το βράχο και θα εξακολουθεί να τον σπρώχνει στην αιωνιότητα.
Οι σκέψεις.

Ο Καμύ στο «Μύθο του Σίσυφου» αναφέρει ότι «πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο» και υποστηρίζει ότι « ο Σίσυφος γεύεται, για μια σύντομη στιγμή, την ελευθερία. Είναι ακριβώς εκείνη η μοναδική στιγμή, όταν έχει τελειώσει με το σπρώξιμο του βράχου και δεν χρειάζεται ακόμα να ξεκινήσει από την αρχή.»
Ε! Λοιπόν για εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή της ελευθερίας , τη στιγμή που όλη η ματαιότητα της ζωής καταλύεται και ανεβαίνει στα ουράνια , τη στιγμή που η καρδιά εκπληρώνει την παρουσία της στη γη….για εκείνη τη στιγμή θα σας μιλήσω…
Σίσυφοι,
Όλη η ζωή είναι στιγμές…απειροελάχιστες στιγμές μέσα στο χρόνο…στιγμές πασπαλισμένες με χρυσόσκονη και αστερόσκονη….και , σαν σκόνη, χάνονται μέσα στο μεγάλο σύμπαν…
Μα εκείνη η στιγμή , η τόση δα στιγμούλα είναι ικανή να σε κάνει να πεις: «άξιζε που ήρθα στη ζωή..». Άξιζε και ας είναι η υπόλοιπη ζωή σου ίδια και μονότονη και κουραστική και επαναληπτική…Γιατί εκείνη η στιγμή, η θύμηση εκείνης της στιγμής, σε κάνει χαμογελώντας να παίρνεις το βράχο σου και να τον κυλάς στην ανηφόρα της ματαιότητας ….Τί δύναμη κρύβει μια στιγμή της ανθρώπινης-υπέροχης κατά την άποψη μου-ζωής;
Για σένα Σίσυφε , που σπρώχνεις αυτό το βράχο χωρίς κλάματα και γκρίνιες, χωρίς μεμψιμοιρία και κακομοιριά αλλά περήφανα , σίγουρα, συνειδητά, περιμένοντας τη στιγμή που θα σε δικαιώσει και ας είναι τόση δα μες στην απεραντοσύνη.
Για σένα Σίσυφε , που θα μπορούσες να σταματήσεις και να αφήσεις το βράχο κάτω στην πεδιάδα…θα μπορούσες να κάτσεις άπραγος και ακίνητος, γνωρίζοντας πως ότι και να κάνεις θα καταλήξει στο κενό. Αλλά δεν μένεις ακίνητος, γιατί δεν είσαι πεθαμένος…μόνο οι νεκροί στέκονται ακίνητοι…και κερδίζεις , Σίσυφε, κερδίζεις την αιωνιότητα της στιγμής.
Για κείνους τους λαούς , που είναι καταδικασμένοι να είναι αδύναμοι από τη φύση τους και όμως ορθώνουν το ανάστημα και γίνονται ισχυρότεροι από το βράχο που τους έβαλαν οι «Μεγάλοι» για τιμωρία…Η στιγμή που είστε ανώτεροι από τη μοίρα σας….
Για σένα Παλαιστίνη , που σου άφησαν δυο μέτρα γης κλεισμένη σε τοίχους και εσύ ακούγεσαι!
Για κείνους τους ανθρώπους που άφησαν ότι είχαν πίσω τους, και έγιναν εθελοντές και ταίζουν παιδιά που πεινάνε, που γιατρεύουν πληγές που δεν είναι δικές τους , που διδάσκουν αγάπη και γνώση σε συντρίμια, που κρατούν νεροπίστολα και γεμίζουν δεξαμενές σε ξερή γη…Σε σας που η πραγματικότητα-ο βράχος , η ανηφόρα και πάλι από την αρχή- δεν σας ικανοποιεί και για ένα στιγμιαίο χαμόγελο ενός ανθρώπου σε ανάγκη θα σας έδινε τη δύναμη να σπρώχνετε ξανά και ξανά.
Για κείνους τους δασκάλους που ο «βράχος του δημοσίου» δεν τους πλάκωσε και μπαίνουν στη τάξη και ορκίζονται να βλέπουν τη φύση του παιδιού πέρα από την προσωρινή –μαθητική- ιδιότητα. Για σας Δάσκαλοι, που την καθημερινότητα του σχολείου που κάποιοι άλλοι βρίζουν και βαριαναστενάζουν, την κάνετε γιορτή.
Για κείνους τους άστεγους που κόντρα στα χιόνια, στις βροχές και στον καύσωνα επιμένουν να ζουν και να χαμογελούν.
Για κείνους τους άνεργους που δεν έγιναν άεργοι και τρέχουν και παλεύουν και μοιράζουν βιογραφικά και μπορούν να κάνουν τα πάντα …
Για κείνους που μάζεψαν τα αδέσποτα και τους έδωσαν σπίτι και αγάπη…
Για κείνους που φύτεψαν ένα λουλούδι μέσα στο καυσαέριο.
Για κείνες τις μανάδες που κουβαλούν για εννέα μήνες ένα θαύμα και γεννάνε μέσα στον πόνο..μα εκείνη η στιγμή που θα κρατήσουν το θαύμα στο χέρι τους , σαν να τα ξεχνάνε όλα και θα το έκαναν..ξανά και ξανά…
Για κείνους τους γονείς που μεγαλώνουν παιδιά και η κάθε μέρα είναι μια ατελείωτη ανηφόρα , μα δεν διαμαρτύρονται.Για εκείνες τις μανάδες και εκείνους τους μπαμπάδες που κάνουν δύο και τρεις δουλειές για να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν τα παιδιά τους , μα δε βαρυγκομούν.
Για εκείνους τους γονείς που περνούν οι μέρες τους με δάκρυα, ενέσεις και κορτιζόνες, γιατί η φύση δεν ήταν γενναιόδωρη, μα το παλεύουν για χρόνια, κόντρα στην πραγματικότητα. Και άλλοι τα καταφέρνουν και άλλοι γεύονται το μεγαλείο της υιοθεσίας.
Για κείνους τους γονείς που έμειναν όρθιοι και σέρνουν ένα καρότσι.
Σε σένα που στην κρίση δεν έγινες ρουφιάνος, ανέντιμος, ανήθικος, δεν πάτησες στον πόνο του άλλου.
Σε σένα που επιμένεις να τα δίνεις όλα στον έρωτα και στην αγάπη και ας σου λένε οι άλλοι ότι θα τα χάσεις όλα.
Σε σένα που σου είπαν ότι μέχρι εδώ μπορείς και δεν το δέχτηκες.
Σε σένα που ζεις με την ψυχή σου,την καρδιά σου ,με όλο σου το είναι κόντρα στις τρύπιες συνειδήσεις των άλλων.
Σε σένα που λες ακόμα καλημέρα σε ένα κόσμο που βρίζει πρωί πρωί.
Σε σένα που δεν φοβήθηκες να πεις «σε αγαπώ», «Συγγνώμη», «Λυπάμαι», «Σε χρειάζομαι» και τόσες άλλες τέτοιες ξεχασμένες λέξεις..
Σε σένα που επέλεξες να μην ακολουθείς τον νόμο της ζούγκλας γιατί είσαι άνθρωπος.
Σε σένα που επιλέγεις να κάνεις το καλό ακόμα και όταν οι άλλοι σου φέρονται άσχημα.
Σε σένα που επιμένεις να είσαι ο εαυτός σου μέσα στα κέρινα ομοιώματα.
Σε μια Μαρίνα που εσπρωχνε το βράχο του άρρωστου πατέρα της και κράτησε τη στιγμή της ελευθερίας» της για μένα, για το γάμο μου. Κι ύστερα αποχώρησε σιωπηλά, για να πενθήσει το θάνατο.
Για τον πατέρα σου Μαρίνα, που ξεγέλασε το θάνατο για μια στιγμή , για να σε έχω δίπλα μου στην πιο όμορφη στιγμή της ζωής μου.
Σε μια Ριάνα, που αγαπά αληθινά σε ένα κόσμο που η αλήθεια είναι είδος προς εξαφάνιση.
Σε ένα Θωμά , που παλεύει και πιστεύει.
Σε μια Αρίστη ,ένα Σάββα και ένα Κυριάκο που σιώπησαν και άκουσαν και κατανόησαν, όταν οι άλλοι βρύγχονταν.
Σε μια γνωστή που επιμένει να σπάει τα τείχη των άλλων με την αγάπη…που επιμένει να σκέφτεται με την καρδιά της όσο πόλεμο και αν κάνει η λογική της.
Σε όλους εσάς τους Σίσυφους, που γνωρίζω αλλά και δεν γνωρίζω, που οι άλλοι νομίζουν ότι κουβαλάτε ένα ατελείωτο βάρος, που οι άλλοι νομίζουν ότι είστε για λύπηση, ότι υπηρετείτε κάποια τιμωρία, ότι δε ζείτε πραγματικά, έχω να σας πω πως ο πραγματικός χρόνος που ζει ο άνθρωπος είναι εκείνες οι στιγμές που λέγαμε πιο πάνω…Οι στιγμές που με κόπο πλάθονται…Η στιγμή στην κορυφή του βουνού, πριν ο βράχος κατρακυλήσει.Γιατί χωρίς εσάς Σίσυφοι, χωρίς τη δική σας αέναη κίνηση, χωρίς τη δική σας προσπάθεια να αλλάξετε την πραγματικότητα ο κόσμος θα ήταν νεκρός.
Όλοι σέρνουν ένα βράχο σε τούτη τη ζωή,αδιάκοπα και ασταμάτητα ακόμα και αν δεν το γνωρίζουν, λίγοι όμως κατανοούν τη στιγμή. Και εσύ Σίσυφε, έχεις στα χέρια σου το μεγαλείο της συνειδητότητας. Γνωρίζεις ότι κουβαλάς ένα βράχο , επειδή προσπάθησες και έτσι γεύεσαι τη δύναμη της στιγμής , ενώ οι άλλοι ακόμα ψάχνουν το λόγο ύπαρξης τους.
Ο Χόρχε Μπουκάι στις «Ιστορίες για να σκεφτείς» λέει:
«Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή. Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει, όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει.Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι, απλώς, κάποιος για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση.
Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.
Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο.
Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.
Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ’ εκείνο το μέρος.
Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα.
Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου.
Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι’ αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ’ τις πέτρες:
Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα.
Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ’ εκείνο το μέρος.
Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος παρατήρησε ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:
Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.
Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση.
Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.
Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες.
Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού.
Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια …
Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε.
Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή.
«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ’ αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ’ αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπους; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά;»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:
«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω.
»Όταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει:
Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε.
Στ’ αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση.
»’Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή;»
»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού… Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα;
»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού;
»Και ο γάμος των φίλων;
»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε;
»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα;
»Πόσο κράτησε στ’ αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων;
»Ώρες; Μέρες;
Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … Κάθε λεπτό.
»’Όταν κάποιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιο του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος, που έχουμε ζήσει.»
Αν γνωρίζετε κάποιο Σίσυφο, σταματήστε να βλέπετε το αυτονόητο μαρτύριο του. Παρατηρείστε το βράχο του. Είναι γεμάτος σημειώσεις με τις στιγμές της κορυφής του βουνού.Απόδειξη ότι έζησε. Και ύστερα κοιτάξτε το βράχο σας. Γράφει κάτι; Ζήσατε;

Be first to comment