ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ – ” Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ”

μαρκος βαμβακαρης

Από τον Σταμάτη Χρήστου

Το ρεμπέτικο γεννιέται στις φυλακές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Το 1891, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας αναφέρει σειρά από ρεμπέτικα τραγούδια της καθημερινότητας των φυλακισμένων, που τραγουδούσαν οι κάτοικοι στο Παλαμήδι.

Άλλωστε, τα μπουντρούμια του Ναυπλίου, του Γεντί Κουλέ της Θεσσαλονίκης και της Πόλης αποτελούσαν τον κορμό πολλών γνωστών ασμάτων.

Στα πρώτα του βήματα, το ρεμπέτικο λειτουργεί ως δημοτικό τραγούδι, από το οποίο δανείστηκε πολλά στοιχεία. Οι δημιουργοί είναι ανώνυμοι και εμπειρικοί. Η αρχικά ανατολίτικη μελωδία του ζυμώθηκε με την ελληνική ιδιοσυγκρασία, ενσωματώνοντας παραδοσιακά, βυζαντινά, νησιώτικα και επτανησιακά ηχοχρώματα.

Ήδη, από το 1904, στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιούνται οι πρώτες εγγραφές δίσκων, η επεξεργασία των οποίων γίνεται στο εξωτερικό.

Η καταγωγή του όρου ρεμπέτης ανάγεται στην περίοδο της τουρκοκρατίας και υποδουλώνει τον απροσάρμοστο, τον ανυπότακτο, τον ασυμβίβαστο και τον “εκτός νόμου”.

Στις φυλακές οι κατάδικοι συνόδευαν τα τραγούδια τους με αυτοσχέδιους μπαγλαμάδες (επειδή το μικρό μέγεθος τους διευκόλυνε την κατασκευή και το κόψιμο τους) που έφτιαχναν εκεί, χρησιμοποιώντας κομμάτια ξύλου, σύρματα, έντερα ζώων.

Η παρουσία του μπουζουκιού και του μπαγλαμά στην ανατολική Μεσόγειο έχει τις ρίζες της στους αρχαίους χρόνους. Για αυτό τα κουρδίσματα και οι μουσικές τους σκάλες προσιδιάζουν με τη βυζαντινή, αραβική και ινδική αρμονία και τους αρχαϊκούς δρόμους που δε βασίζονται σε δυτικές κλίμακες.

Με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών το 1922 οι πρόσφυγές που καταφθάνουν στην Ελλάδα φέρνουν μαζί τους τον κοσμοπολίτικο αέρα της Σμύρνης και της δυτικής Μικράς Ασίας και ένα μουσικό ιδίωμα πιο αναπτυγμένο και περισσότερο εκλεπτυσμένο.

Τα περίφημα καφέ σαντάν που προϋπήρχαν στην Αθήνα και οι ορχήστρες από σαντουροβιόλια εμπλουτίζονται από μπουζουκομπαγλαμάδες.

Στη δεκαετία 1922-1932 το σμυρναίικο και το πολίτικο ύφος κυριαρχούν.

Πατριάρχης του ρεμπέτικου και κολώνα του λαϊκού τραγουδιού υπήρξε ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Γεννημένος στις 10 Μαΐου 1905 στην Άνω Χώρα της Σύρου, έφτασε το 1917 στον Πειραιά. Μπουζούκι άρχισε να παίζει ο 1925, όταν έκανε τη στρατιωτική του θητεία. Σύχναζε στα ουζερί και τους τεκέδες του Πειραιά. Εκεί γνωρίστηκε με τους συνοδοιπόρους του Μπάτη, Παγιουμτζή και Δελιά και το καλοκαίρι του 1934 σχημάτισε την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία, την ξακουστή “Τετράς του Πειραιώς”. Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 ο Μάρκος ήταν ο σημαντικότερος και ο πιο εμπορικός δημιουργός και τραγουδιστής της ελληνικής δισκογραφίας. Ο Μάρκος Βαμβακάρης πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 σε ηλικία 66 ετών, συνεπεία νεφρικής ανεπάρκειας που του δημιούργησε ο σακχαρώδης διαβήτης. Όπως δήλωσε σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή ο γιος του Μάρκου Δομένικος, για την κηδεία του πατέρα του η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει σε δάνειο προκειμένου να καλύψει τα έξοδά της. Ο ίδιος αφηγείται για τη δημιουργία του τραγουδιού:

“Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν… Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:

Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά Λες και μάγια μου ‘χεις κάνει Φραγκοσυριανή γλυκιά… Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ‘ αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή.”

Be first to comment